Ο Πλάτωνας, στο έργο του ΄΄Φαίδων’’,  αναφέρεται στο μύθο του Θεού Θεύθ και του βασιλιά Θαμούς. Σύμφωνα μ’αυτόν το μύθο,  όταν ο Θεός, που ζούσε στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, απεφάσισε να δωρήσει  στους ανθρώπους την εφεύρεσή του, τα γράμματα, πήγε στη Θήβα της Αιγύπτου, που βασίλευε ο Θαμούς και του το ανακοίνωσε.

  • Να, βασιλιά, η ανακάλυψη, που θα κάνει σοφότερους τους ανθρώπους. Βρέθηκε το φάρμακο της μνήμης και της γνώσης, είπε ο Θεός.
  • Τα γράμματα θα κάνουν τους ανθρώπους να λησμονούν, γιατί θα πάψουν να εξασκούν τη μνήμη τους, απάντησε ο βασιλιάς και συνέχισε: Αντί να έρχεται από μέσα τους η ανάμνηση, θα προκαλείται από εξωτερικά σημάδια. Επομένως, δεν βρήκες το φάρμακο της μνήμης, αλλά της υπόμνησης.

Οι άνθρωποι δέχθηκαν τους λόγους του Θεού και την ανακάλυψή του, είτε από τεμπελιά, είτε γιατί τους εξυπηρετούσε, αφού η γραφή, μπορεί να μην απαντάει σε καινούρια ερωτήματα, επαναλαμβάνει όμως και προστατεύει  στο χρόνο, τον εαυτό της, αφού, το κείμενο που θα γραφτεί σήμερα μένει ακριβώς το ίδιο και μετά από χρόνια πολλά. Αν κάποια στιγμή αλλάξει, θα είναι ένα νέο κείμενο, που και αυτό μένει αναλλοίωτο στο χρόνο..

Αυτό το τελευταίο, βρήκε την απόλυτη εφαρμογή του στις συμβάσεις, στις γραπτές δηλαδή συμφωνίες, που συνάπτονται μεταξύ δύο τουλάχιστον προσώπων, φυσικών ή νομικών, με ελεύθερη βούληση, που εκπροσωπούν αντίστοιχα συμφέροντα και η οποία συμφωνία δεσμεύει, για ορισμένο ή για αόριστο χρόνο, τα μέρη που την έκαναν. Φυσικά πρόσωπα είναι αυτά που γεννάει η φύση. Φυσικό πρόσωπο είμαι εγώ, εσύ, ο καθένας. Νομικό πρόσωπο είναι αυτό που γεννάει ο νόμος, όπως είναι ο δήμος, η εταιρεία, το ίδρυμα, ο σύλλογος, ακόμη και το κράτος.

Οι συμβάσεις, έχουν αποκτήσει σπουδαίο ρόλο στις συναλλαγές και στην οικονομία, μέσα στην κοινωνία. Με τη σύμβαση καθορίζονται οι όροι , με τους οποίους πωλείται κι αγοράζεται ένα πράγμα ή παραχωρείται η χρήση του, λόγω μίσθωσης ή εισφοράς της χρήσεώς του σε εταιρεία ή παρέχεται άλλο οικονομικό αγαθό, όπως είναι η παροχή υπηρεσιών. Η έννοια της αγοράς, της πώλησης και της μίσθωσης είναι γνωστή σε όλους. Η εισφορά της χρήσης ενός ακινήτου, ενός πράγματος ή ενός δικαιώματος, γίνεται από τον κάτοχό τους, σε μια εταιρεία, για να καλύψει αυτός την εταιρική του εισφορά, στην εταιρεία αυτήν, στην οποία γίνεται εταίρος. Η μόνη εταιρεία στην οποία δεν μπορούμε να εισφέρουμε τη χρήση πράγματος ή δικαιώματος, είναι η ΕΠΕ.

Παλιότερα, οι συμβάσεις γεννούσαν δικαιώματα και υποχρεώσεις ατομικές, που αφορούσαν τους συμβαλλόμενους. Οι συνθήκες της ζωής, όμως, όπως αυτή εξελίσσεται, επέβαλαν την ανάγκη του κρατικού παρεμβατισμού στη διαμόρφωση πολλών συμβάσεων. Τέτοιος παρεμβατισμός παρατηρείται στις εργασιακές σχέσεις, στις διαιτητικές αποφάσεις, ακόμη και στις συλλογικές συμβάσεις των διαφόρων κλάδων των εργαζομένων. Παρεμβατισμός του δημοσίου δικαίου παρατηρείται και σε περιπτώσεις επαγγελματικών μισθώσεων, νομισματικών και τραπεζικών υποθέσεων, στην επιβολή αγορανομικών διατιμήσεων, στην απαγόρευση της τοκογλυφίας και του ανατοκισμού και αλλού. Ο κρατικός παρεμβατισμός γίνεται από κάποιο όργανο του κράτους, με νόμο ή με απόφαση της Δημόσιας Διοίκησης. Ο παρεμβατισμός αυτός περιορίζει την ελευθερία των συναλλαγών, τις οποίες θέτει σε πλαίσια. Ας θυμηθούμε την παλιά  μπύρα ΦΙΞ. Τότε, υπήρχε αγορανομική διάταξη, η οποία υποχρέωνε την εταιρεία που την παρήγαγε να την πουλάει 33 δραχμές το μπουκάλι. Όμως, η παραγωγή του μπουκαλιού κόστιζε 35 δραχμές. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσει το εργοστάσιο της ΦΙΞ . Άλλο παράδειγμα κρατικού παρεμβατισμού είναι οι συλλογικές συμβάσεις κλάδων της οικονομίας. Εκπρόσωποι των εργοδοτών ενός κλάδου και εκπρόσωποι των εργαζομένων του κλάδου αυτού, έρχονται σε διαπραγματεύσεις, για τον καθορισμό των μεταξύ τους, οικονομικών και άλλων σχέσων. Όταν οι εκπρόσωποι αυτοί δεν βρίσκουν έδαφος συνεννόησης, καταφεύγουν στη διαιτησία, την οποία ασκούν τα Διαιτητικά Δικαστήρια. Και ενώ, η διαδικασία αυτή είναι απλή και καθαρή, μπαίνει στη μέση, σαν υπερδιαιτητής, ο υπουργός εργασίας. Ανάλογες είναι οι παρεμβάσεις της κρατικής εξουσίας, σε πλείστους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Το Αστικό, το Εμπορικό δίκαιο και άλλοι ειδικοί νόμοι, προβλέπουν την κατάρτιση επώνυμων συμβάσεων, συμβάσεων δηλαδή, στις οποίες αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, όπως συμβαίνει στις αγοραπωλησίες, στις συστάσεις ή στις τροποποιήσεις εταιρειών, στις μισθώσεις, στις παραγγελίες, στις ναυλώσεις, στα ασφαλιστικά συμβόλαια, έστω κι αν γίνεται υπέρ τρίτων κ.λ.

Υπάρχουν διάφορες λέξεις, που εκφράζουν την έννοια της ΄΄σύμβασης’’, όπως είναι οι λέξεις, ΄΄συμφωνία’’,΄΄ σύμφωνο’’, ΄΄συμφωνητικό’’, ΄΄γράμματα΄΄, ΄΄κοντράτο’’, κ.λ.  Ο όρος ΄΄δικαιοπραξία΄΄ έχει έννοια ευρύτερη της σύμβασης, γιατί  η δικαιοπραξία περιλαμβάνει και μονομερείς συμβάσεις, όπως είναι η υπογραφή ανώνυμου χρεωγράφου, η σύσταση ιδρύματος, η ίδρυση Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας (Μ.ΑΕ), η ίδρυση Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης (Μ.ΕΠΕ), η ίδρυση Μονοπρόσωπης Ιδιότυπης Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (Μ.ΙΚΕ) κ.λ. Η σύμβαση που συνάπτεται από ανίκανο προς δικαιοπραξία πρόσωπο, δηλαδή από αχειράφετο ανήλικο ή από κάποιον, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, δεν είναι έγκυρη. Ένας νέος άνθρωπος ενηλικιώνεται, όταν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Πολλές φορές, για διάφορους λόγους, οι γονείς ή οι κηδεμόνες ενός ανήλικου, κάνουν χειραφεσία στον ανήλικο, δηλαδή, τον καθιστούν νομικά ενήλικο και ικανό να παίρνει εμπορικές και άλλες αποφάσεις και να αναλαμβάνει αντίστοιχες ευθύνες. Ενήλικος λογίζεται και ο ανήλικος που παντρεύεται. Χειραφεσία κάποιου είναι η απαλλαγή του από την εξουσία κάποιου άλλου. Σε δικαστική συμπαράσταση μπαίνουν και ενήλικες, οι οποίοι δεν μπορούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, όπως είναι οι διανοητικά καθυστερημένοι, οι άρρωστοι που πάσχουν από άνοια, αλσχάϊμερ κ.λ. Δικαιοπραξία είναι η προώθηση της βούλησης, της θέλησης δηλαδή, ενός ικανού ανθρώπου, σε απόφαση και η γέννηση απ’αυτήν την απόφαση, έννομων συνεπειών.

Για να παραχθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις, απαιτείται η κατάρτιση σύμβασης. Στη σύμβαση, ο ένας ελεύθερα προτείνει και ο άλλος ελεύθερα αποδέχεται την πρόταση, υφίσταται δηλαδή σύμπτωση βουλήσεων, αφού – κατά τεκμήριο – συμφέρει αυτόν που πουλάει, όπως πουλάει και συμφέρει αυτόν που αγοράζει, όπως αγοράζει. Αν, οι όροι της σύμβασης είναι καταφανώς άδικοι, κυρίως, γι’αυτόν που πουλάει, τότε η σύμβαση έχει μέσα της το σπέρμα της ακυρότητας. Παράδειγμα, οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην κατοχή, που ο πεινασμένος πουλούσε το σπίτι του, για ένα ντενεκέ λάδι.

Η σύμβαση, για να αντέχει στο χρόνο, πρέπει να συμφέρει όλους τους συμβαλλόμενους,  κατά τάξη ανάλογη των διατιθέμενων, από τον καθένα απ’αυτούς, μέσων, κεφαλαίων ή άλλων πραγμάτων, διαφορετικά είναι λεόντειος και λειτουργεί υπέρ του περισσότερο ευνοούμενου, οπότε έχει στα θεμέλια της το σαράκι της σύγκρουσης και τελικά, της διάλυσης. Πολλές φορές, στην κατάρτιση μιάς σύμβασης, μπαίνουν όροι, που συμφέρουν το ένα μέρος των συμβαλλόμενων, όμως, έχει ο καιρός γυρίσματα και οι όροι που συνέφεραν κάποτε αυτόν, αργότερα λειτουργούν εις βάρος του.

Υπάρχουν και οι συμβάσεις προσχώρησης, όπως είναι η σύνδεσή μας με τη ΔΕΗ, τις τηλεφωνικές εταιρείες κ.λ. Στις συμβάσεις αυτές αποδεχόμαστε, εκ των προτέρων, τους όρους της σύμβασης, όπως μας προτείνονται.

Η ΄΄προσφορά΄΄, η γνωστή προσφορά, είναι δεσμευτική, γι’αυτόν που την κάνει, για κάποιο χρονικό διάστημα, εκτός και αν πρόκειται περί  ΄΄προσφοράς άνευ υποχρεώσεως’’, οπότε γίνεται δεσμευτική, αν υπάρξει, πάνω σ’αυτήν, συμφωνία του προτείνοντος και του αποδεχόμενου.

Το προσύμφωνο, είναι σύμβαση, που γεννάει υποχρεώσεις και δικαιώματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατάρτιση και η  υπογραφή οριστικής σύμβασης. Το προσύμφωνο τελεί υπό διαφόρους αιρέσεις, χρονικές, οικονομικές, συντέλεσης κάποιων γεγονότων και προϋποθέσεων κλ. Αγοράζω, επί παραδείγματι,  με προσύμφωνο κάτι και όταν, εντός ορισμένης προθεσμίας, ο πωλητής μου φέρει τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα, υπογράφεται το οριστικό συμβόλαιο, διαφορετικά,  το προσύμφωνο ακυρώνεται. Ο τύπος του προσυμφώνου πρέπει να είναι ο ίδιος με τον τύπο του συμβολαίου, δηλαδή, συμβολαιογραφικός ή ιδιωτικός. Συμβολαιογραφικός είναι στις περιπτώσεις ακινήτων, πλοίων, κάποιων εταιρικών μορφών, όπως είναι οι τραπεζικές εταιρείες, οι εταιρείες λαϊκής βάσης  κ.λ.

Οι σύμβαση συνάπτονται με συμβολαιογραφικά έγγραφα, με ιδιωτικά, αλλά και με ανταλλαγή επιστολών, μηνυμάτων, τηλεγραφημάτων, εξωδίκων κ.λ.

Οι συμβάσεις είναι επαχθείς (όταν καταβάλλεται τίμημα) και χαριστικές (όταν δεν υπάρχει αντάλλαγμα), είναι αμφοτεροβαρείς (όταν επιβαρύνονται όλα τα μέρη, όπως είναι η αγοραπωλησία, η μίσθωση κ.λ.) και ετεροβαρείς (όταν επιβαρύνεται το ένα μέρος, όπως συμβαίνει στα δάνεια, στα χρησιδάνεια, στις εγγυήσεις κ.λ.), κάποιες, συνάπτονται υπέρ τρίτου (όπως συμβαίνει όταν κάνουμε ασφάλεια υπέρ του παιδιού μας). Συμβάσεις εις βάρος τρίτου, χωρίς τη συναίνεσή του, στην ουσία, δεν υπάρχουν.

Σε κάθε περίπτωση, για να είναι έγκυρη μια σύμβαση, δεν πρέπει να αντίκειται στη δημόσια τάξη ή σε νόμο, δεν πρέπει να προσβάλλει τα χρηστά ήθη, δεν πρέπει να υπάρχει αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, πρέπει να είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και πρέπει να διέπεται από αμοιβαία καλή πίστη. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να κάνουμε μια σύμβαση, με βάση την οποία, θα κλέβουμε τον κόσμο ή μια συμφωνία, για να προωθούμε ναρκωτικά.

Η σύμβαση δεν τροποποιείται μονομερώς, από τον έναν δηλαδή των συμβαλλομένων, γιατί – όπως τα γράμματα του Θεού Θεύθ – προστατεύει και συντηρεί τον εαυτό της. Οι συμβάσεις γίνονται, για να τηρούνται Pacta sunt servanda = πάκτα σούντ σερβάντα, έλεγαν οι Λατίνοι.. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε τα αρχαία χρόνια, τα χρόνια των Ασσυρίων, των αρχαίων Ελλήνων και των Λατίνων, πέρασε από τη Βενετσιάνικη δημοκρατία (θυμηθείτε τον έμπορο της Βενετίας) και φθάνει στη σημερινή εποχή. Αν ένας των συμβαλλομένων επιθυμεί να αλλάξει τους όρους μιάς σύμβασης, μπορεί να επικαλεσθεί μόνον τη ριζική αλλαγή των συνθηκών, σε σχέση με εκείνες που υπήρχαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Οι πόλεμοι, οι εθνικές καταστροφές, ο θάνατος, το  οικονομικό κράχ, και άλλα σοβαρά γεγονότα και καταστάσεις, διαμορφώνουν ΄΄τις άλλες συνθήκες’’.

Η σύμβαση πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Πρέπει να φέρει ημερομηνία κατάρτισης, διάρκεια, χρόνο και τόπο εκτέλεσης, τα ακριβή στοιχεία των συμβαλλομένων και τους όρους της συμφωνίας.

 

Σπυρίδων Γραμμένος

 Σύμβουλος Επιχειρήσεων